Νικηφόρος Βρεττάκος Αποφθέγματα

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1912 και πέθανε στις 4 Αυγούστου 1991, σε ηλικία 79 ετών. Υπήρξε Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής και δοκιμιογράφος.

Έχει ευρέως θεωρηθεί ως ένας από τους μεγαλύτερους και σημαντικότερους ποιητές της χώρας μας. Μάλιστα στην πορεία του, προτάθηκε 4 φορές για Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Το συγγραφικό του έργο μπορεί να διαχωριστεί σε 4 μέρη:

  • Η παρθενική του εμφάνιση στον χώρο της λογοτεχνίας, με ποιήματα από τα μαθητικά του χρόνια
  • Η στροφή του στην έντονη δραματική γραφή, με την δημοσίευση της ποιητικής του συλλογής με τίτλο ‘Τα Ποιήματα 1929-1951’
  • Η εξισορρόπηση του δραματικού και του λυρικού, όπου ασχολείται με έννοιες όπως η φύση, η αγάπη και η αγνότητα
  • Η τελευταία φάση διακρίνεται από μια αισιοδοξία που έχει διάρκεια. Στα ποιήματά του αναφέρεται σε μια πιο ανθρώπινη ζωή, σε μια διαρκή εγρήγορση και επανάσταση

 

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος διατύπωσε έντονα συναισθηματικά αποφθέγματα γύρω από την ζωή, την ύπαρξη και τον κόσμο. Εκφράζοντας μεγάλες αλήθειες και προσπαθώντας να κατανοήσει βαθιές έννοιες του σκοπού μας, χρησιμοποίησε με δεξιοτεχνία τον λόγο, για να αποδώσει το νόημα σε όλα όσα αναζητούσε.

Ας δούμε μερικά μόνο αποσπάσματα από τα συγκινητικά ποιήματα αυτού του σπουδαίου ποιητή.

 

‘Αν δε μου `δινες την ποίηση, Κύριε,
δε θα `χα τίποτα για να ζήσω’.

‘Ο ήλιος μοιράζεται σε κομμάτια
μέσα στους ποιητές. Είναι το αντίδωρο
που ο Θεός διανέμει στους εντολείς του’.

‘Δίχως εσέ δε θα `βρισκαν
νερό τα περιστέρια’.

‘Δίχως πανί, δίχως κουπί, αν μας σέρνει
ο γιαλός μας,
δίχως άστρο αν μας θέλει η νύχτα,
δίχως ήλιο αν μας καλεί η ημέρα,
πού είναι ο κόσμος’;

Πρέπει να διαβάσεις  Σοφά λόγια από τον ποιητή του Αιγαίου – Ρητά του Οδυσσέα Ελύτη

‘Κάνε με αηδόνι Θεέ μου, πάρε μου όλες
τις λέξεις κι άφησέ μου τη φωτιά,
τη λαχτάρα, το πάθος, την αγάπη,
να τραγουδώ έτσι απλά’.

‘Τώρα το ξέρεις: τα βουνά δεν μπορούνε
να μας χωρίσουν.
Και φεύγοντας έρχεσαι.
Και φεύγοντας έρχομαι’.

‘Όπως η μέλισσα γύρω ἀπὸ ένα άγριο
λουλούδι, όμοια κ᾿ εγώ. Τριγυρίζω
διαρκώς γύρω απ᾿ τη λέξη’.

‘Το τριαντάφυλλο
Είδα στον ύπνο μου, πως μίκρυνες.
Πως έγινες ένα τριαντάφυλλο κόκκινο,
φρέσκο, σαν άκοπο. Σ’ είχα
στο χέρι μου, τάχα, και πήγαινα,
πήγαινα ‘.

‘Όλα τα χρόνια που έλειπα
ξέρεις για σένα γύριζα
έψαχνα να βρω το τριαντάφυλλο
που άλλος κανένας
δε θα μπορούσε να σου δώσει’.

Comments

comments